ανελαστικός
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ανελαστικός
- a.ne.la.stiˈkos
Από πού έρχεται
ανελαστικός < αν- στερητικό + ελαστικός, (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνελαστικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική inelastic < in- + elastic → και δείτε τη λέξη ελαστικός
επίθετο ανελαστικός · ανελαστική · ανελαστικό · ανελαστικού · ανελαστικής
-
που δεν έχει ελαστικότητα
Παρόμοιες: άκαμπτος, αλύγιστος, δύσκαμπτος · Αντίθετο: ελαστικός, εύκαμπτος, ευλύγιστος
-
με χαρακτήρα σκληροτράχηλο και μονοκόμματο
Παρόμοιες: άκαμπτος, ανένδοτος, ισχυρογνώμονας, σκληρός, σκληροτράχηλος
- ανεπηρέαστος
- που δεν μεταβάλλεται ή δεν επηρεάζεται από τις μεταβολές άλλων παραγόντων ή μεγεθών ※ Οι δαπάνες κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: σε ανελαστικές και σε ελαστικές, δηλαδή σε αναγκαίες και μη. Στην κατηγορία των ανελαστικών δαπανών περιλαμβάνονται οι εισφορές σε ταμεία ασφάλισης, οι τόκοι των στεγαστικών δανείων και τα έξοδα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης. (@tovima.gr)
Στα αγγλικά
- inelastic lacking elasticity
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ανελαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανελαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ανελαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ανελαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}