मिकविन

ελαστικός

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ελαστικός

  • e.la.stiˈkos

यह कहाँ से आया

ελαστικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)

विशेषण ελαστικός · ελαστική · ελαστικό

  1. για σώμα ή πράγμα που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
  2. figuratively, μεταφορικά χαλαρός, ευμετάβλητος
  3. figuratively, μεταφορικά μετριοπαθής, υποχωρητικός, ενδοτικός

    मिलते-जुलते: διαλλακτικός, επιεικής

  4. οικονομία που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες

विलोम: άκαμπτος, ανελαστικός, αυστηρός

पर्यायवाची और विलोम

विशेषण

विलोम: άκαμπτος, ανελαστικός, αυστηρός

अंग्रेज़ी में

  • lax not strict; lenient; allowing for deviation
  • resilient able to withstand force without cracking; elastic

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ελαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ελαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ελαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}