ελαστικός
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
ελαστικός
- e.la.stiˈkos
यह कहाँ से आया
ελαστικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁el- (κινώ, οδηγώ, πηγαίνω)
विशेषण ελαστικός · ελαστική · ελαστικό
- που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
- χαλαρός, ευμετάβλητος
-
μετριοπαθής, υποχωρητικός, ενδοτικός
मिलते-जुलते: διαλλακτικός, επιεικής
- που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες
विलोम: άκαμπτος, ανελαστικός, αυστηρός
पर्यायवाची और विलोम
विशेषण
विलोम: άκαμπτος, ανελαστικός, αυστηρός
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "ελαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ελαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ελαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {ελαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}