αρίφνητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρίφνητος

Where it comes from

αρίφνητος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρίφνητος < μεσαιωνική ελληνική ἀναρίφνητος (με αντικατάσταση ανα- > α-) < αρχαία ελληνική ἀναρίθμητος με τροπή [θm > fn]

adjective αρίφνητος · αρίφνητη · αρίφνητο · αρίφνητου · αρίφνητης

  1. αμέτρητος, αναρίθμητος ※ 19ος/20ος αιώνας, Σωτήρης Σκίπης, [1881-1952], Ω, Πολιτείες..., στίχ. 1 (1-4), από την ποιητική συλλογή Προτού ν’ αράξουμε 1910-1924 (1924), @anemi.lib.uoc.gr

Similar: ακαταμέτρητος, αλογάριαστος, αμέτρητος, άμετρος, αναρίθμητος, ανυπολόγιστος, απροσμέτρητος, αρίθμητος · Opposite: αριθμητός, ευάριθμος, μετρητός, λιγοστός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρίφνητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρίφνητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αρίφνητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρίφνητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%86%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}