αφετηρία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφετηρία
- a.fe.tiˈɾi.a
Where it comes from
αφετηρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφετηρία (γραμμή) < ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂epo + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ye-.
noun αφετηρία · αφετηρίες · αφετηρίας · αφετηριών
- το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος
- το σημείο, η στάση από την οποία ξεκινάει τη διαδρομή του ένα μέσο μαζικής συγκοινωνίας, που μπορεί να διαφέρει από το κοντινό σημείο ή στάση που χρησιμοποιείται σαν τέρμα
- η διακριτή γραμμή από την οποία ξεκινάνε διαγωνιζόμενοι σε αγώνα ταχύτητας
- η κατάσταση που αποτελεί αρχή για κάτι καινούριο
Similar: αρχή, ξεκίνημα, έναρξη, βάση, θεμέλιο, ορμητήριο · Opposite: τέρμα, τέλος, πέρας, άκρο, κατάληξη
Thesaurus
In English
Talk about this word "αφετηρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αφετηρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1 "αφετηρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφετηρία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}