αφετηρία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφετηρία

  • a.fe.tiˈɾi.a

Where it comes from

αφετηρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφετηρία (γραμμή) < ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂epo + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ye-.

noun αφετηρία · αφετηρίες · αφετηρίας · αφετηριών

  1. το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος
  2. especially, ειδικότερα το σημείο, η στάση από την οποία ξεκινάει τη διαδρομή του ένα μέσο μαζικής συγκοινωνίας, που μπορεί να διαφέρει από το κοντινό σημείο ή στάση που χρησιμοποιείται σαν τέρμα
  3. αθλητισμός η διακριτή γραμμή από την οποία ξεκινάνε διαγωνιζόμενοι σε αγώνα ταχύτητας
  4. figuratively, μεταφορικά η κατάσταση που αποτελεί αρχή για κάτι καινούριο

Similar: αρχή, ξεκίνημα, έναρξη, βάση, θεμέλιο, ορμητήριο · Opposite: τέρμα, τέλος, πέρας, άκρο, κατάληξη

Thesaurus

In English

  • start beginning point of a race
  • threshold outset of an action or project

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφετηρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφετηρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αφετηρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφετηρία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}