εργασία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εργασία

  • eɾ.ɣaˈsi.a

Where it comes from

εργασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργασία

noun εργασία · εργασίες · εργασίας · εργασιών

  1. η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος, υλικού ή πνευματικού ※ Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να

    Similar: δουλειά

  2. το επάγγελμα ενός ανθρώπου

    Similar: δουλειά

  3. ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται

    Similar: δουλειά

  4. το σύνολο των εργαζομένων με εξαρτημένη σχέση για μια ακόμη φορά ήρθαν αντιμέτωποι το κεφάλαιο και η εργασία
  5. στην εκπαίδευση γραπτό δοκίμιο ή κατασκευή που πρέπει να συντάξει ή να κατασκευάσει ένας σπουδαστής ή μαθητής με προσωπική έρευνα στο πλαίσιο των μαθημάτων του ο καθηγητής μου ζήτησε να έχω ολοκληρώσει την εργασία μου μέχρι το τέλος της εβδομάδας
  6. πληροφορική job: ή σύνολο εργασιών που εκτελείται αυτόματα και προσχεδιασμένα, χωρίς την μεσολάβηση του χρήστη
  7. πληροφορική process: ο όρος εργασία χρησιμοποιείται μερικές φορές αντί του διεργασία

Similar: δουλειά, δούλεψη, υπηρεσία, επάγγελμα

Thesaurus

In English

  • work labour, employment, occupation, job
  • labour work
  • job task
  • employment occupation or work for which one is used, and often paid
  • task piece of work done as part of one’s duties
  • lesson learning task assigned to a student

Talk about this word

Cite this
MLA

"εργασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εργασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"εργασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εργασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}