μονολιθικός

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

μονολιθικός

Откуда оно

μονολιθικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monolithique < (ελληνιστική κοινή) + λιθικός < αρχαία ελληνική λίθος

прилагательное μονολιθικός · μονολιθική · μονολιθικό · μονολιθικού · μονολιθικής

  1. που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα
  3. figuratively, μεταφορικά που δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής

    Похожие: συμπαγής

  4. figuratively, μεταφορικά που δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται

    Похожие: αμετακίνητος, ακλόνητος, μονοκόμματος, ευθύς, ντόμπρος, ακέραιος, ίσιος, άκαμπτος

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"μονολιθικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μονολιθικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μονολιθικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μονολιθικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}