μονολιθικός
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
μονολιθικός
Откуда оно
μονολιθικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monolithique < (ελληνιστική κοινή) + λιθικός < αρχαία ελληνική λίθος
прилагательное μονολιθικός · μονολιθική · μονολιθικό · μονολιθικού · μονολιθικής
- που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα
-
που δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής
Похожие: συμπαγής
-
που δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται
Похожие: αμετακίνητος, ακλόνητος, μονοκόμματος, ευθύς, ντόμπρος, ακέραιος, ίσιος, άκαμπτος
По-английски
- monolithic of or resembling a monolith
Обсудить это слово "μονολιθικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μονολιθικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μονολιθικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {μονολιθικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}