σφιχτός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σφιχτός
- sfiˈxtos
Where it comes from
σφιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σφικτός (σταθερός) με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt] < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφιγκτός < σφίγγω, σφιγκ- + -τός
adjective σφιχτός · σφιχτή · σφιχτό · σφιχτού · σφιχτής
- που περιβάλλει και κρατά κάτι ή κάποιον δυνατά, πιέζοντας, ώστε να μην μπορεί να κινηθεί σφιχτά παπούτσια
-
που έχει σφιχτεί πολύ, που δεν ανοίγεται ή λύνεται εύκολα
ένας σφιχτός κόμπος
Similar: χαλαρός
- που περιέχει υγρασία σε μικρό βαθμό σφιχτά αυγά: αυγά που έχουν βράσει πολλή ώρα
- που έχει πυκνή υφή ώριμες, αλλά σφιχτές μπανάνες
-
που έχει εξασκηθεί πολύ
σφιχτοί μύωνες: μύωνες
Similar: γερός, γεροδεμένος
-
που δεν ξοδεύει εύκολα, που προσέχει υπερβολικά τα χρήματά του
ο γέρος είναι πολύ σφιχτός
Similar: σφιχτοχέρης, τσιγγούνης, φιλάργυρος · Opposite: ανοιχτός, ανοιχτοχέρης
In English
- tight firmly held together
Talk about this word "σφιχτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σφιχτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82 "σφιχτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σφιχτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}