σφιχτός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σφιχτός

  • sfiˈxtos

Where it comes from

σφιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σφικτός (σταθερός) με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt] < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφιγκτός < σφίγγω, σφιγκ- + -τός

adjective σφιχτός · σφιχτή · σφιχτό · σφιχτού · σφιχτής

  1. που περιβάλλει και κρατά κάτι ή κάποιον δυνατά, πιέζοντας, ώστε να μην μπορεί να κινηθεί σφιχτά παπούτσια

    Similar: στενός · Opposite: άνετος

  2. που έχει σφιχτεί πολύ, που δεν ανοίγεται ή λύνεται εύκολα ένας σφιχτός κόμπος

    Similar: χαλαρός

  3. που περιέχει υγρασία σε μικρό βαθμό σφιχτά αυγά: αυγά που έχουν βράσει πολλή ώρα

    Similar: πηχτός · Opposite: αραιός, μαλακός

  4. που έχει πυκνή υφή ώριμες, αλλά σφιχτές μπανάνες

    Similar: πυκνός, πηχτός · Opposite: μαλακός

  5. που έχει εξασκηθεί πολύ σφιχτοί μύωνες: μύωνες

    Similar: γερός, γεροδεμένος

  6. figuratively, μεταφορικά που δεν ξοδεύει εύκολα, που προσέχει υπερβολικά τα χρήματά του ο γέρος είναι πολύ σφιχτός

    Similar: σφιχτοχέρης, τσιγγούνης, φιλάργυρος · Opposite: ανοιχτός, ανοιχτοχέρης

In English

  • tight firmly held together

Talk about this word

Cite this
MLA

"σφιχτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σφιχτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"σφιχτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφιχτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CF%87%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}