αναίσθητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναίσθητος

  • aˈne.sθi.tos

Where it comes from

αναίσθητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναίσθητος < ἀν- (στερητικό αν-) + αἰσθητός < αἰσθάνομαι

adjective αναίσθητος · αναίσθητη · αναίσθητο · αναίσθητου · αναίσθητης

  1. που χάνει τις αισθήσεις του από χτύπημα ή ασθένεια ή λήψη φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή νάρκωση Πήρε κάτι χάπια και έμεινε αναίσθητος για 5 ώρες.

    Similar: σέκος · Opposite: εγρήγορση, ξύπνιος, ξυπνητός

  2. figuratively, μεταφορικά που δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθηματική προσβολή του ίδιου ※ Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν εί

    Similar: αδιάφορος, άκαρδος, ανάλγητος, άπονος, ασυγκίνητος, παγερός, ψυχρός, εγωιστής · Opposite: ευαίσθητος, συμπονετικός, τρυφερός, φιλότιμος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναίσθητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναίσθητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αναίσθητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναίσθητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}