μεγαλώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μεγαλώνω
- me.ɣaˈlo.no
Where it comes from
μεγαλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεγαλώνω < μεγάλ(ος) + -ώνω
: Συγκρίνετε με το αρχαίο μεγαλύνω.
verb μεγαλώνω · μεγάλωσα · μεγαλωμένος
- κάνω κάτι μεγαλύτερο ως προς το μέγεθος
- ανατρέφω ένα παιδί Έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει.
- κάνω κάποιον να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία από όσο πραγματικά είναι Αυτά τα ρούχα σε μεγαλώνουν.
- γίνομαι μεγαλύτερος ως προς το μέγεθος Η Μαρία μπήκε στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης και μεγάλωσε αρκετά η κοιλιά της.
-
γίνομαι μεγαλύτερος στην ηλικία
Νοστάλγησε τη γειτονιά όπου μεγάλωσε
Similar: ωριμάζω, ανδρώνομαι, ενηλικιώνομαι, γερνάω, γερνώ
Similar: αβγατίζω, αβγαταίνω, αυξάνω, διογκώνω, κλιμακώνω, μυριάζω, ογκώνω, πληθαίνω, πολλαπλασιάζω, τρέφω, φουσκώνω
Thesaurus
In English
Talk about this word "μεγαλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μεγαλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "μεγαλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μεγαλώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}