απλοχέρης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απλοχέρης
- a.ploˈçe.ɾis
Where it comes from
απλοχέρης < (μεσαιωνική ελληνική) *ἁπλοχέρης (→ δείτε τη λέξη ἁπλοχεριά) < ἁπλώνω + χέρι
adjective απλοχέρης · απλοχέρα · απλοχέρικο · απλοχέρη · απλοχέρας · απλοχέρικου
-
που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη
Ο Θανάσης ήταν πολύ απλοχέρης και στο τέλος πέθανε στην ψάθα.
Similar: απλόχερος, ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, σπάταλος · Opposite: σφιχτοχέρης, φειδωλός, φιλάργυρος, τσιγκούνης, σπαγγοραμμένος
-
που κλέβει, που οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει
Η γειτόνισσα η Νίτσα είναι πολύ απλοχέρα· όταν μπαίνει στο σπίτι, να την προσέχεις.
Similar: άρπαγας, κλέφτης · Opposite: τίμιος, ηθικός, ακέραιος, σωστός
-
που προβαίνει σε ενοχλητικές χειρονομίες σεξουαλικής φύσεως
Ο άντρας μου είναι απλοχέρης με τις γυναίκες, αλλά θα του τα κόψω εγώ αυτά τα καμώματα.
Similar: μουρντάρης, χυδαίος, αισχρός, βρομιάρης, ανήθικος · Opposite: τίμιος, ηθικός, φρόνιμος
Talk about this word "απλοχέρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απλοχέρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82 "απλοχέρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απλοχέρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}