απλοχέρης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απλοχέρης

  • a.ploˈçe.ɾis

Where it comes from

απλοχέρης < (μεσαιωνική ελληνική) *ἁπλοχέρης (→ δείτε τη λέξη ἁπλοχεριά) < ἁπλώνω + χέρι

adjective απλοχέρης · απλοχέρα · απλοχέρικο · απλοχέρη · απλοχέρας · απλοχέρικου

  1. που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη Ο Θανάσης ήταν πολύ απλοχέρης και στο τέλος πέθανε στην ψάθα.

    Similar: απλόχερος, ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, σπάταλος · Opposite: σφιχτοχέρης, φειδωλός, φιλάργυρος, τσιγκούνης, σπαγγοραμμένος

  2. που κλέβει, που οικειοποιείται κάτι που δεν του ανήκει Η γειτόνισσα η Νίτσα είναι πολύ απλοχέρα· όταν μπαίνει στο σπίτι, να την προσέχεις.

    Similar: άρπαγας, κλέφτης · Opposite: τίμιος, ηθικός, ακέραιος, σωστός

  3. που προβαίνει σε ενοχλητικές χειρονομίες σεξουαλικής φύσεως Ο άντρας μου είναι απλοχέρης με τις γυναίκες, αλλά θα του τα κόψω εγώ αυτά τα καμώματα.

    Similar: μουρντάρης, χυδαίος, αισχρός, βρομιάρης, ανήθικος · Opposite: τίμιος, ηθικός, φρόνιμος

Talk about this word

Cite this
MLA

"απλοχέρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απλοχέρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"απλοχέρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απλοχέρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}